Η ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΕΩΝΙΔΗ ΣΤΟ ΚΛΑΥΣΙ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ. ΤΑ ΝΕΩΤΕΡΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Η παλαιοχριστιανική βασιλική του Αγίου Λεωνίδη βρίσκεται στην είσοδο του οικισμού Κλαυσί, 5 χλμ νοτιοδυτικά του Καρπενησίου. Το 1955 εξαιτίας ισχυρής βροχόπτωσης αποκαλύφθηκε τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου και οι ανασκαφικές έρευνες, που ακολούθησαν1 έφεραν στο φως τρίκλιτη βασιλική (γενικές διαστάσεις 18,5 Χ 28,00 μ.) με εγκάρσιο κλίτος τα άκρα του οποίου απολήγουν σε ημικυκλικές κόγχες (Εικ. 1και 8)), όπως στις βασιλικές της Δωδώνης, της Σύναξης στη Μαρώνεια του Ν. Ροδόπης και της Παραμυθιάς.
Ο ναός είχε κτιστεί σε ένα έξαρμα του εδάφους στην πλαγιά του βουνού και έφερε ψηφιδωτό δάπεδο έκτασης 210 τμ. Η νοτιοδυτική και βορειοδυτική πλευρά είχαν καταστραφεί εξαιτίας των κατολισθήσεων και της ανθρώπινης δράσης. Μικρό μόνο τμήμα τοίχων είχε διασωθεί, στο ανατολικό κυρίως τμήμα, με μέγιστο σωζόμενο ύψος έως 1,3 μ. Σε αντίθεση με την κατάσταση διατήρησης των τοίχων μεγάλο μέρος του ψηφιδωτού δαπέδου διασώθηκε ακέραιο σε μια καλώς διαρθρωμένη σύνθεση2, με παραστάσεις από το ζωικό και φυτικό βασίλειο, γεωμετρικά μοτίβα και οκτώ επιγραφές, διά των οποίων ταυτίστηκε η αφιέρωση του ναού στον Άγιο Λεωνίδη (Εικ. 1και 8).
Η ΑΝΑΣΚΑΦΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ
Το καλοκαίρι του 2017 η Εφορεία Αρχαιοτήτων Φθιώτιδας και Ευρυτανίας, σε συνεργασία με το Δήμο Καρπενησίου, με αφορμή την εκπόνηση των οριστικών μελετών για την προστασία και ανάδειξη του μνημείου, διενήργησε ανασκαφική έρευνα στο εσωτερικό (Εικ. 8) και στον περιβάλλοντα χώρο αυτού.
Εξωτερικά του κτηρίου εντοπίστηκε σε μικρό βάθος (0,20 μ.) το βραχώδες υπέδαφος, με εξαίρεση στα ΝΔ, όπου το βάθος εκσκαφής έφτασε σχεδόν 1,50 μ.
Σε όλη την έκταση της ανασκαφής οι επιχώσεις ήταν αναμοχλευμένες και τα λιγοστά ευρήματα, που βρέθηκαν βόρεια του ναού, ήταν λίγα ίχνη φωτιάς, συσσώρευση λίθων, κατεστραμμένος πίθος, ελάχιστα όστρακα αγγείων και τμήμα γυάλινου μυροδοχείου (2ος αι.).
Το εσωτερικό της βασιλικής ερευνήθηκε με επτά (7) τομές, στις πέντε (5) από τις οποίες εντοπίστηκαν έξι κιβωτιόσχημοι τάφοι. Για την κατασκευή τους λαξεύτηκε το βραχώδες υπόστρωμα τα τοιχώματα του οποίου επενδύθηκαν με λίθινες πλάκες από τοπικό ασβεστόλιθο (Εικ. 2.1) ή οριοθετήθηκαν περιμετρικά με τοίχους από αργολιθοδομή (Εικ. 2.2) και έφεραν ως καλυπτήριες, αδρολαξευμένες πλάκες από τον ίδιο τοπικό ασβεστόλιθο. Οι περισσότεροι βρέθηκαν κατεστραμμένοι, περιείχαν ανακομιδές ενηλίκων και τα λιγοστά ευρήματα (τάφοι ΙΙΙ και IV) περιορίζονται σε αποσπασματικά σωζόμενο μόνωτο (Εικ. 5. 6) κύπελλο3, λίγα όστρακα αβαφών και ερυθροβαφών αγγείων (3ος - 5ος αι.), λίγα σιδερένια καρφιά και τμήμα μονόστομου σιδερένιου μαχαιριδίου.
Καλύτερα διατηρημένος βρέθηκε ο τάφος V, στη ΒΔ γωνία του νάρθηκα (Εικ. 2.2). Πρόκειται για κιβωτιόσχημο4, κτιστό με τοιχώματα από αδρολαξευμένους λίθους, βήσαλα και χωματολάσπη. Το δάπεδο του τάφου έφερε επίστρωση από λαξευμένες ασβεστολιθικές πέτρες και στρωτήρες λακωνικού τύπου στο ανατολικό τμήμα. Η λάξευση στο δάπεδο του τάφου είναι επικλινής κατά τον άξονα Δ-Α, έτσι ώστε να «αναπαύεται» η κεφαλή του νεκρών, τα κρανία των οποίων «ακουμπούσαν» πάνω σε δύο λαξευμένους λίθους, δίκην προσκεφάλαιων5.
Από τις καλυπτήριες, που θα πρέπει να ήταν τρείς, διασώθηκε μόνο η μεσαία, αδρολαξευμένη πλάκα, από ασβεστόλιθο τοπικής προέλευσης. Στο εσωτερικό του τάφου βρέθηκαν σπαράγματα από το ψηφιδωτό δάπεδο (Εικ. 5.2) του νάρθηκα, τα οποία κατέπεσαν εκεί κατά την καταστροφή του ναού.
Ο τάφος περιείχε αναμοχλευμένα σκελετικά κατάλοιπα δύο ενηλίκων, με προσανατολισμό Δ-Α και τα κρανία στα δυτικά. Ο βόρειος σκελετός ήταν σε ύπτια θέση, με τα χέρια κεκαμμένα στην περιοχή της κοιλιάς και το κρανίο στραμμένο βόρεια. Τα κάτω άκρα ήταν τοποθετημένα σε τμήματα στρωτήρων λακωνικού τύπου. Τα οστά του νότιου σκελετού ήταν συγκεντρωμένα στη ΝΔ γωνία του τάφου (ανακομιδή). Οι ταφές ήταν ακτέριστες.
Μικρής έκτασης καθαρισμοί στον ημικυκλικό τοίχο της αψίδας και στα μέτωπα των πεσσών του ανατολικού τμήματος (Εικ. 3-4), έφεραν στο φως κονιάματα που σώζονται κατά χώραν και σπαράγματα (Εικ. 5.3)χρωματιστών κονιαμάτων (κόκκινο, κίτρινο της ώχρας, γκριζωπό) που φανερώνουν ότι ο ναός ήταν τοιχογραφημένος.
Σε μια μικρή τομή (διαστάσεων 0,50Χ0,50 μ.), στο μέσον του Ιερού Βήματος, βρέθηκε ορθογώνιο λάξευμα στο βράχο, το οποίο πιθανόν αποτελεί την αρχική θέση του εγκαινίου. Τα κινητά ευρήματα, που συλλέχθηκαν στην ανωτέρω περιοχή, ήταν θραύσματα πλίνθων και κεράμων, θραύσμα γυαλιού από υαλοπίνακα (Εικ. 5.5), λαβή πήλινου λύχνου (Εικ. 5.5) και πλίνθος με καμπυλόσχημη6 την εξωτερική πλευρά και ανάγλυφο γράμμα Ρ (Εικ. 5.4).
Κατά τη διάρκεια της ανασκαφικής έρευνας διερευνήθηκαν επίσης στοιχεία που προσιδιάζουν στο μνημείο και το καθιστούν μοναδικό.
Την ανατολική απόληξη του βορείου κλίτους, καταλαμβάνει φυσικός βράχος διαστάσεων: πλάτος 0, 90 μ.-1.80 μ., μήκος 4,00 μ. και ύψος από 0, 80 μ. έως 0,10 μ., ο οποίος βαίνει μειούμενος κατά το άξονα Β-Ν (Εικ. 6). Την σημασία του βράχου διείδε και ο Χατζηδάκης, ο οποίος αναφέρει ότι τόσο οι κτίστες όσο και οι ψηφοθέτες του ναού σεβάστηκαν τη θέση του και οι μεν πρώτοι σχεδίασαν και έκτισαν το ναό με κριτήριο τη θέση του βράχου, οι δε δεύτεροι ακολούθησαν «κατά την ψήφωσιν το περίγραμμά του». Πρόκειται για ίδιο ψαμμιτικό πέτρωμα, που αφθονεί στην περιοχή και αποτέλεσε μετά από λάξευση το βραχώδες υπόστρωμα του ναού και των τάφων. Η επιφάνεια του βράχου είναι ειργασμένη και φέρει κυκλικό, μερικώς σήμερα, απολαξευμένο, δίσκο και στις δύο όψεις, τη δυτική και τη νότια, διακρίνονται αστρικά και άλλα σύμβολα, αντίστοιχα παραδείγματα των οποίων απαντούν σε μεγαλιθικά μνημεία της ύστερης εποχής του Χαλκού και του Σιδήρου7, που ερμηνεύονται ως τόποι παρατήρησης της κίνησης του ήλιου και των αστερισμών και υπαίθρια ιερά ηλιακής και αστρικής λατρεία με διάρκεια χρήσης έως τα ρωμαϊκά χρόνια.
Στον άξονα της ηλιακής λατρείας του βράχου στον Άγιο Λεωνίδη, φαίνεται ότι κινείται και η παράσταση του ψαριού από το στόμα του οποίου εξέρχεται ένα μικρότερο (Εικ.7.1). Πρόκειται για την Τιλάπια του Νείλου (Tilapia Nilotica) της οικογένειας των Κιχλιδών, η οποία στην αρχαία Αίγυπτο λατρευόταν, ως Μάνα-Ήλιος, εξαιτίας της ιδιότητας που το χαρακτηρίζει να επωάζει τα αυγά του μέσα στο στόμα του σε κυκλικό θύλακα8. Το θέμα αναπαράγεται σε ψηφιδωτό δάπεδο από τον Αχινό Φθιώτιδας9, έχοντας όμως απεκδυθεί τον συμβολισμό του, καθώς στο στόμα του ψαριού απεικονίζονται άνθη. Πιθανή σύνδεση με θεολογικούς κύκλους της Αιγύπτου να απηχεί και το όνομα Δίδυμος10 στην εποχή του οποίου εκεντήθη η παράσταση του ψηφιδωτού μπροστά από τον βράχο (Εικ. 7.2).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω και δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια της ανασκαφής, δεν διαπιστώθηκε παλαιότερη οικοδομική φάση, η ανέγερση και ψηφοθέτηση του ναού εντάσσεται σε ένα οικοδομικό πρόγραμμα για την ανέγερση, στη θέση προγενέστερου νεκροταφείου και σε τόπο αρχέγονης λατρείας, ενός χριστιανικού ναού, με προσκυνηματικό χαρακτήρα αφιερωμένου, πιθανόν, στον Άγιο Λεωνίδη της Αιγύπτου, τον πατέρα του Ωριγένη που καταδικάσθηκε σε θάνατο στο διωγμό του Σεπτιμίου Σεβήρου το 202 μ.Χ. και όχι του μάρτυρα Λεωνίδη της Κορίνθου άποψη στην οποία συνηγορεί και το γεγονός ότι καμία αναφορά δεν υπάρχει στις 7 γυναίκες που μαρτύρησαν μαζί με τον μάρτυρα Λεωνίδη της Κορίνθου.
Στα μέσα του 6ου αι. καταστροφικοί σεισμοί, βαρβαρικές επιδρομές και επιδημίες φαίνεται ότι επηρεάζουν και την περιοχή του Κλαυσίου. Επεμβάσεις οι οποίες παρατηρούνται στο ανατολικό τμήμα του κτιρίου, πιθανώς ανταποκρίνονται σε φθορές εκείνης της περιόδου. Κατά την πρόσφατη έρευνα αναγνωρίστηκαν, επίσης, εργασίες δομικού χαρακτήρα, επισκευές ή τροποποιήσεις, που συντελέστηκαν σαφώς μετά τη φάση της χαμοκέντησης Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Η παρατήρηση του μνημείου δίνει καταρχήν την εντύπωση ότι πρόκειται για --μία ακόμη-- επαρχιακή βασιλική του 5ου ή 6ου αιώνα. Εξαιρουμένου του ψηφιδωτού δαπέδου αποκομίζεται εικόνα αρχιτεκτονικής και καλλιτεχνικής πενίας, που ταιριάζει με την ορεινή απομόνωση του τόπου και την απουσία ευρημάτων τεκμηρίωσης αρχαίου αστικού πολιτισμού εκεί. Ωστόσο υπάρχουν δυο δεδομένα που υπονομεύουν την αρχική εντύπωση. Πρώτον η πρόσφατη αρχαιολογική έρευνα απέδωσε ισχυρές ενδείξεις οικισμού αστικού χαρακτήρα πέριξ του μνημείου, ρωμαϊκής τουλάχιστον εποχής, και δεύτερον το κτίριο παρουσιάζει ιδιαιτερότητες και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά που υπαινίσσονται αξιοσημείωτη επιμέλεια.
Οι καθαρισμοί έδειξαν ότι το φυσικό βραχώδες έδαφος ανατολικά του ναού σχηματίζει κοίλο, που είναι προϊόν εκσκαφής, έκτασης ακριβώς όσης χρειάζεται για τη δημιουργία χώρου ανέγερσης του ναού (Εικ.1.1). Από τον εκβραχισμό βεβαίως εξαιρέθηκε με επιμέλεια ο βράχος, που διατηρήθηκε εντός του ναού, στην ανατολική απόληξη του βορείου κλίτους (Εικ.1.2). Η έρευνα έδειξε επίσης ότι κάτω από το σχετικά αβαθές εδαφικό στρώμα όπως και κάτω από το ψηφιδωτό –μόλις 15 έως 60 εκ.– ο φυσικός βράχος είναι ισοπεδωμένος σε έκταση σχεδόν έως το νάρθηκα. Επειδή από το μέσο του κυρίως ναού και προς νοτιοδυτικά η κλίση του βραχώδους υπεδάφους αυξάνει ραγδαία, δεν χρειαζόταν ισοπέδωση αλλά επίχωση, και γι’ αυτό οι οικοδόμοι της βασιλικής εκτέλεσαν έργο αντιστήριξης, με αποτέλεσμα η νοτιοδυτική γωνία θεμελίωσης του νάρθηκα να ανέρχεται σε ύψος περίπου 2,50 μ. προκειμένου να διαμορφωθεί το επίπεδο εισόδου στο ναό (Εικ.1.3). Αυτά τα έργα εκβραχισμών και αντιστηρίξεων θα είχαν αποφευχθεί αν η ανέγερση της βασιλικής γινόταν μερικά μέτρα βορειότερα. Η επιμονή στη συγκεκριμένη θέση μπορεί να εξηγηθεί από δυο προϋφιστάμενες ιερές εγκαταστάσεις που οι χριστιανοί οικοδόμοι επιδίωξαν να εντάξουν προσεκτικά στο κτίριό τους: Τον διατηρούμενο βράχο που ορίζει το ανατολικό όριο του βορείου κλίτους, και τον τάφο V που βρέθηκε δυτικά (Εικ.1.2) στο νάρθηκα, και ορίζει την βορειοδυτική γωνία του κτιρίου (Εικ.1.4).
Πέραν τούτων η χάραξη φαίνεται ότι έγινε με αρκετή ακρίβεια. Στην νότια πλευρά του εγκαρσίου κλίτους ο αρχικός ανασκαφέας Μ. Χατζηδάκης είχε διακρίνει υπολείμματα μιας βάσης, πεσσού μάλλον ή κίονα (Εικ. 7.1). Είναι τρεις λίθοι που στην κάτοψη εγγράφονται σε τετράγωνο 0,70 Χ 0,70 μ. και διατηρούνται καλώς. Η θέση της βάσης δίνει διαστήματα εκατέρωθεν επί του νοτίου στυλοβάτη, ανατολικά προς την έσχατη παραστάδα της τοξοστοιχίας –που επίσης διατηρείται-- και δυτικά προς κάποιο ίχνος τής κατά πάσα πιθανότητα επόμενης βάσης πεσσού. Τα διαστήματα αυτά περίπου ίσα: 2,56 μ. (Εικ. 7.2). Το μέγεθος αυτό είναι το 1/10 του συνολικού μήκους του ορθογωνίου του ναού, που είναι 25,60 μ . Η ακτίνα της κεντρικής αψίδας είναι 2,25 μ. περίπου, δηλαδή τα 7/8 του 2,56 μετακιονίου, ενώ η ακτίνα των πλαγίων αψίδων είναι 1,60 περίπου δηλαδή τα 5/8 του 2,56. Αυτά τα μεγέθη εξηγούνται εύκολα αν υποθέσουμε μήκος μέτρησης ποδός περί τα 32 εκ. Οπότε τα αντίστοιχα μήκη είναι, 8 πόδια μετακιόνιο, 7 πόδια κεντρική ακτίνα, 5 πόδια πλαϊνή ακτίνα, 80 πόδια συνολικό μήκος εξωτερικού ορθογωνίου του ναού, 44 πόδια πλάτος στη δυτική όψη. Οι μετρήσεις δείχνουν ακόμη, 17 πόδια καθαρό πλάτος –χωρίς τοίχους και τοξοστοιχίες-- κεντρικού κλίτους, και άλλα 17 πόδια για τα πλάγια, μοιρασμένα όμως άνισα, 9 στο νότιο και 8 στο βόρειο. Το καθαρό μήκος των κλιτών δυτικά του εγκαρσίου είναι 40 πόδια, όσο ακριβώς το συνολικό καθαρό πλάτος του κυρίως ναού. Επομένως ο εσωτερικός χώρος δυτικά του εγκαρσίου κλίτους ήταν τετράγωνος στην κάτοψη. Το εύλογο ερώτημα --που απασχόλησε και τον Χατζηδάκη-- είναι η αρχιτεκτονική δομή των τοξοστοιχιών. Πεσσοί ή κίονες στήριζαν τα τόξα. Η υποτιθέμενη αρχιτεκτονική πενία υπαγορεύει πεσσούς, με 6 ανοίγματα αν το μετακιόνιο είχε μήκος 5 πόδια και οι πεσσοί καταλάμβαναν 2 πόδια έκαστος (Εικ. 7.3 και 8). Ωστόσο η λύση των κιόνων εννοείται λίθο που βρέθηκε επιφανειακά δίπλα στο νότιο τοίχο του ναού (Εικ. 5.1). Είναι λαξευμένο τεμάχιο σκληρού τοπικού ασβεστολίθου διαστάσεων 0,68 Χ 0,68 και πάχους 0,18 μ. Ο λίθος είναι φθαρμένος, αλλά στην μια εκ των μεγάλων πλευρών διατηρείται οπή γόμφου διαμέτρου 5,5 εκ. και αύλακα μολυβδοχόησης για κίονα διαμέτρου άνω των 40 εκ.
Στην περιοχή του ιερού ο Χατζηδάκης βρήκε χαμηλή λιθοδομή σε ημικυκλική διάταξη εσωτερικής ακτίνας 1,25 μ. περίπου και άγνωστου πάχους (Εικ. 7.4). Εύλογα υπέθεσε ότι πρόκειται για σύνθρονο, και πάντως δεν έκαψε βαθύτερα από την σωζόμενη ανώτερη σειρά των λίθων. Οι πρόσφατες μετρήσεις έδειξαν ότι η δομή αυτή έχει πάχος περί τα 0,60 μ και κέντρο διαφορετικό από εκείνο της αψίδας του ιερού. Η έρευνα εκεί αποκάλυψε αμέσως κάτω από τα χώματα και επί του εσωτερικού τοίχου της αψίδας, επιχρίσματα, τα οποία εκτείνονται σε όλο το βάθος έως το υψόμετρο του ψηφιδωτού (Εικ. 3). Τα χώματα ανάμεσα στον τοίχο της αψίδας και την εσωτερική λιθοδομή --το υποτιθέμενο σύνθρονο—περιείχαν πολλά θραύσματα επιχρισμάτων, τα οποία διατηρούν έγχρωμη, δηλαδή ζωγραφισμένη, επιφάνεια (Εικ. 5.3). Προφανώς πρόκειται για θραύσματα τοιχογραφίας. Επιπλέον μεταξύ άλλων –κεραμικά, λύχνος κλπ.-- βρέθηκε θραύσμα υαλοπίνακα (Εικ. 5.5). Όμοια τεμάχια υάλου είχε βρει ο Χατζηδάκης αμέσως έξω από την κεντρική αψίδα. Προφανώς προέρχονται από το τρίλοβο παράθυρό της. Επομένως ο αρχικός ναός δεν διέθετε λιθόκτιστο σύνθρονο. Η εσωτερική ημικυκλική λιθοδομή κτίστηκε αργότερα και μάλιστα μετά από σοβαρή καταστροφή στην περιοχή της αψίδας τουλάχιστον. Στο κέντρο του βραχώδους δαπέδου της αψίδας αποκαλύφθηκε οπή πιθανότατα από δεύτερο εγκαίνιο. Δεύτερο, διότι το πρώτο το είχε βρει ο Χατζηδάκης στο κέντρο του εγκαρσίου κλίτους, εκεί που κατά πάσα πιθανότητα –το υποδεικνύει το ψηφιδωτό- βρισκόταν η αγία τράπεζα της αρχικής βασιλικής.
Τα παραπάνω υποβάλλουν την υποψία ότι η εσωτερική ημικυκλική λιθοδομή εντός της κεντρικής αψίδας είναι τοίχος ιερού βήματος επόμενης φάσης ή μάλλον μεταγενέστερου ναού. Την εκδοχή αυτή ενισχύει και η παρουσία ενός διαφορετικού υλικού. Πρόκειται για πωρολίθους, που βρέθηκαν μόνο εκεί και πουθενά αλλού στις σωζόμενες τοιχοποιίες και θεμέλια της βασιλικής. Πωρολίθους βρήκε πολλούς ο Χατζηδάκης, ακριβώς στην αψίδα και στην περιοχή διασταύρωσης των δυο κλιτών. Ορθά υπέθεσε ότι οι πωρόλιθοι ήταν μπάζα κατάρρευσης ανεξιχνίαστων θολοδομιών που κάποτε έστεκαν σ’ αυτή την περιοχή.
Πωρόλιθοι διασώζονται σήμερα στη θέση τους, στις δυο μυστηριώδεις τετράγωνες δομές διαστάσεων περίπου 1,0 Χ 1,0 μ. και σωζόμενου ύψους 0,70 – 1,00 μ. που εφάπτονται των ακραίων ανατολικών παραστάδων των τοξοστοιχιών, εκατέρωθεν της κεντρικής αψίδας (Εικ. 5.1 και 7.5). Αυτές αποτελούν εμφανώς πρόσθετες κατασκευές, που θεμελιώθηκαν απευθείας στο βράχο –ο οποίος βρίσκεται μόλις 15 εκ. βαθύτερα του δαπέδου-- και έκοψαν βάναυσα το ψηφιδωτό δάπεδο του κεντρικού τετραγώνου διαχώρου στις ανατολικές γωνίες του. Ο Χατζηδάκης ερμηνεύει τις δομές αυτές ως απομεινάρια πεσσών ενός μεγάλου, «θριαμβικού τόξου» που υποτίθεται ότι ανεγέρθηκε σε μια επόμενη φάση της βασιλικής, οπωσδήποτε μετά το έργο του ψηφιδωτού. Η πρόσφατη έρευνα στον αρμό μεταξύ των εν λόγω υπολειμμάτων πεσσών και της εν επαφή αρχικής τοιχοποιίας αποκάλυψε και τα αρχαία επιχρίσματα της τελευταίας, αποδεικνύοντας ότι η βασιλική ήταν επιχρισμένη εσωτερικά.
Μια απάντηση στο αίνιγμα αυτών των κατασκευών είναι το να θεωρηθούν ως μέρος ενός μεταγενέστερου συνθρόνου, που από το εσωτερικό της αψίδας επεκτάθηκε δυτικά εκτός αυτής. Ωστόσο ένα παλαιοχριστιανικό σύνθρονο δεν εξηγεί τη βαθιά θεμελίωση στο βράχο, ούτε την βάρβαρη περιφρόνηση προς το έργο του ψηφιδωτού.
Η περίπτωση να πρόκειται για πεσσούς, δηλαδή κατασκευές σοβαρής δομικής λειτουργίας, φαίνεται τεχνικά πιθανότερη. Όμως η εκ των υστέρων εισαγωγή του αρχιτεκτονικού θέματος της θριαμβικής αψίδας σε αυτή τη θέση, επί του ανατολικού τοίχου και προ της κόγχης του ιερού, είναι εντελώς ασυνήθιστη για βασιλική του 5ου -6ου αιώνα. Υπάρχουν παραδείγματα μεταγενέστερης ανέγερσης τέτοιων πεσσών, αλλά αποσκοπούν στη εισαγωγή θόλου στη βασιλική --πχ Άγιος Πολύευκτος, Κωνσταντινούπολη-- ο οποίος βεβαίως απαιτεί δημιουργία τετραγώνου με τέσσερις και όχι δύο μόνο πεσσούς. Στην περίπτωση του Αγίου Λεωνίδη Κλαυσίου ελλείπουν παντελώς τα ίχνη του δυτικότερου ζεύγους πεσσών, το οποίο αποκλείεται να υπήρξε εκεί, καθώς στις αντίστοιχες θέσεις το ψηφιδωτό παραμένει αλώβητο. Παρά ταύτα, ένα και μόνο μεγάλο τόξο ή ζεύγος απλών πεσσών σε αυτή τη θέση εξηγείται στατικά ως αντιστήριξη και εξισορρόπηση πλαγίων ωθήσεων κατά την διεύθυνση βορρά νότου. Τέτοιες ωθήσεις μπορούσαν να προκαλέσουν τόξα τυφλά, που ίσως υπήρχαν εν επαφή με το βόρειο και νότιο τμήμα το ανατολικού τοίχου, στο πέρας των αντίστοιχων κλιτών (Εικ 10). Ενδείξεις κινδύνου αστοχίας τέτοιων τόξων, ίσως κάποια σημάδια υποχώρησης προς την κεντρική αψίδα, θα ήταν αρκετά για να παρακινήσουν τους υπεύθυνους του ναού σε ένα έργο αντιστήριξης, που περιλάμβανε ένα τρίτο κεντρικό τόξο ή απλώς πεσσούς που θα δρούσαν ως αντηρίδες. Αν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, τότε στο βόρειο τμήμα του ανατολικού τοίχου και άνωθεν του βράχου σχηματιζόταν αρκοσόλιο, και πιθανότατα το ίδιο συνέβαινε και στο νότιο κλίτος.
Η χρήση του πωρολίθου, έστω και μερικώς στους πρόσθετους πεσσούς προκαλεί ερωτήματα. Στο εγκύς περιβάλλον αφθονεί υλικό πολύ σκληρότερο, ασβεστόλιθοι καλής ποιότητας και ψαμμιτικό πέτρωμα κατάλληλο για κτιριακές δομές. Ο πωρόλιθος μεταφέρθηκε από άγνωστο σημείο, για να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο στους πεσσούς και στις θολοδομίες που υπέθεσε ο Χατζηδάκης, αλλά και σε μια ακόμη αρχιτεκτονική λύση. Στην κορυφή της αψίδας επί του υποτιθέμενου συνθρόνου βρίσκονταν μέχρι πρόσφατα σωρός λίθων που υπέβαλε στους επισκέπτες την ιδέα επισκοπικού θρόνου σε αυτή τη θέση (Εικ 10,1). Είναι βέβαιο ότι οι λίθοι αυτοί αποτέθηκαν εκεί πρόσφατα, καθώς λείπουν στις φωτογραφίες της ανασκαφής. Από τη διάλυση του σωρού εξήχθησαν 4 ορθογώνιοι πωρόλιθοι, εκ των οποίων οι τρεις λοξότμητοι υπό γωνία ~60ο. Ένας τρόπος συνδυασμού αυτών των λίθων σε κάτοψη, ώστε να σχηματίζουν δομή με αρχιτεκτονική λογική είναι η αμβλεία γωνία, που συναντάται σε εξωτερικές επιφάνειες τοίχων τρίπλευρων ιερών (Εικ.10,2). Αψίδες ιερών με τρίπλευρη εξωτερική εμφάνιση είναι σπάνιες στον 6ο αιώνα, αλλά αποτελούν την επικρατούσα μορφή μετά τον 10ο αιώνα. Επομένως έχουμε μια ακόμη ένδειξη ότι η λιθοδομή στο εσωτερικό της αψίδας δεν ήταν σύνθρονο, αλλά ο τοίχος ενός μεταγενέστερου ιερού βήματος, ενός ναϋδρίου ενδεχομένως, που ίσως επεκτείνει την ιστορία του μνημείου στην Μεσοβυζαντινή εποχή12.
Η θεωρία μεταγενέστερης χρήσης του χώρου, μεσοβυζαντινής ή οψιμότερης, ίσως δίνει νέο νόημα στους τέσσερις λίθους που βρήκε στη θέση τους στο κεντρικό διάχωρο ο Χατζηδάκης, και έκτοτε αναγνωρίζονται ως βάσεις κιβωρίου, που και αυτό είναι προφανώς μεταγενέστερο του ψηφιδωτού. Πρόκειται για καλής ποιότητας ασβεστολίθους, φθαρμένα σπόλια από πολύ αρχαιότερη κατασκευή, που επίσης βάναυσα καταστρέφουν το ψηφιδωτό ώστε να θεμελιωθούν στο σταθερό βράχο. Η μεταγενέστερη οπή γόμφου στο κέντρο τους και η αύλακα μολυβδοχόησης, αποδεικνύουν ότι κάποτε στήριζαν κίονες διαμέτρου περίπου 32 εκ. που σχημάτιζαν σε κάτοψη τετράγωνο αξονικών διαστάσεων 2,30Χ2,30 μ. Τη θεωρία ότι στήριζαν παλαιοχριστιανικό κιβώριο υπονομεύει η περιφρόνηση με την οποία θεμελιώθηκαν επί του ψηφιδωτού, καθώς και το ότι η διάμετρος των κιόνων είναι μάλλον μεγάλη για τέτοια χρήση –για τα κιβώρια των βασιλικών χρησιμοποιούνται συνήθως κιονίσκοι διαμέτρου της τάξης 20-25 εκ για ύψος περί τα 2,0 μ.. Η στήριξη μεγαλύτερης και μεταγενέστερης κατασκευής δεν μπορεί λοιπόν να αποκλειστεί –πχ ημισφαιρικός θόλος ναϋδρίου, ίσως στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου, που κτίστηκε στην θέση της ερειπωμένης βασιλικής, σε καιρούς που το ψηφιδωτό δάπεδο είχε πια χάσει την αίγλη του. Αυτή τη θεωρία ευνοεί και η σειρά νεότερων τοίχων που ανέσκαψε ο Χατζηδάκης πέριξ του κεντρικού διαχώρου, επί των στυλοβατών –στη θέση των αρχαίων τοξοστοιχιών-- και δυτικά στο όριο του εγκαρσίου κλίτους. Η νεότερη αρχαιολογική έρευνα αποκάλυψε άγνωστες πτυχές της περίπλοκης ιστορίας της βασιλικής του Αγίου Λεωνίδη Κλαυσίου, και ανοίγει προοπτικές για μελλοντικές ανακαλύψεις που θα εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας για την αρχαία Ευρυτανία.
Αθανασία Τσόκα
Αρχαιολόγος
ΕΦΑ Φθιώτιδας & Ευρυτανίας
Ανδρέας Λαμπρόπουλος
Αρχιτέκτων Μηχανικός ΕΜΠ Δρ.