Παραδοσιακά σκεύη αποθήκης

Παραδοσιακά σκεύη αποθήκης

Το κασσόνι ή αμπάρι
Πρόκειται για κιβώτιο κατασκευασμένο από σανίδες, διαφόρων διαστάσεων, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για την αποθήκευση των σιτηρών. Τοποθετούνταν κυρίως στο υπόγειο των σπιτιών και ο αριθμός ποίκιλλε καθώς ένα χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση σιταριού, ένα για το καλαμπόκι, ένα για το κριθάρι και ούτω καθεξής.
Με αυτόν τον τρόπο, με τη χρήση των κασσονιών ή αμπαριών, οι χωρικοί αποθήκευαν και ασφάλιζαν τα γεωργικά τους προϊόντα.
Η κουφίνα ή κουρέτσα
Αντί του αμπαριού (κασσονιού) χρησιμοποιούνταν πολλές φορές ως αποθήκη σιτηρών η «κουφίνα» ή «κουρέτσα». Πρόκειται για μεγάλο πλεκτό καλάθι, ύψους 1,80 επαλειφόμενο εσωτερικά και εξωτερικά από «σβουνιά» (συγκολλητική ύλη από κόπρανα μοσχαριού αναμειγμένα με πηλό) για την προφύλαξη των σιτηρών.
Επειδή δεν είχε οριζόντιο πυθμένα στηριζόταν σε μία γωνία τοποθετημένων πετρών και σκεπαζόταν με πώμα από σανίδι ή ύφασμα. Ενίοτε η «κουφίνα» ή «κουρέτσα» κατασκευαζόταν και κοίλο κορμό δέντρου, κυρίως ελάτου.
Η τραπεζονιά ή κάδη
Απαραίτητο δοχείο για τη συγκομιδή του μούστου (του γλεύκους). Ήταν μεγάλων διαστάσεων, ξύλινο - συνήθως δρύινο - και καταλάμβανε μία γωνιά του υπογείου. Εκεί κατασκευαζόταν λάκκος για την τοποθέτησή του πάνω σε πέτρες ώστε να αποφευχθεί η σήψη του.
Το βαγένι ή βαρέλι
Το βαρέλι ή βαγέλι είναι πασίνωστο σε όλη την ελληνική επικράτεια και συνδέεται με την παραγωγή του κρασιού. Στο μπροστινό φούντωμα κατασκευάζεται ο «πίρος» απ’ όπου λαμβάνεται το προς πόση κρασί. Στο κυλινδρικό μέρος υπάρχει μία μεγάλη οπή, από την οποία χύνεται ο μούστος κατά τη μετάγγιση και μέσω της οποίας καθαρίζεται το βαρέλι.
Η μουστιά ή μασσίνα
Η «μουστιά» είναι ασκός που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά του μούστου (του γλεύκους). Ο ασκός αυτός (μουστιά για τους ορεινούς, μασσίνα για τους πεδινούς) ήταν κατασκευασμένος από δέρμα αιγός για τη στερεότητά τους και το μέγεθός του.
Τα ρακοκάζανα
Στα ορεινά μέρη, όπως αυτά της Ευρυτανίας, οι παραγωγοί κρασιού παράγουν και το αποσταζόμενο οινόπνευμα από σταφύλια, το τσίπουρο ή ρακί. Για την παραγωγή ήταν σημαντικό το ρακοκάζανο, ένας μεγάλος χάλκινος λέβητας όπου τοποθετούνταν τα σταφύλια («τσίπρα) για να θερμανθούν και να ξεκινήσει η διαδικασία της απόσταξης. Η διαδικασία γινόταν είτε φθινόπωρο με τον τρύγο είτε την άνοιξη.
Πηγές: Λουκάτος, Δ., (1992). Εισαγωγή στην ελληνική λαογραφία. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης: Αθήνα
Λουκόπουλος, Δ., (1984). Αιτωλικά οικήσεις σκεύη και τροφαί. Εκδόσεις «Δωδώνη»: Αθήνα - Ιωάννινα
Λουκόπουλος, Δ., (1983). Γεωργικά της Ρούμελης. Εκδόσεις «Δωδώνη»: Αθήνα – Ιωάννινα. Σελ -278-279