Κάθε κοινωνία, σε διάφορες εποχές, διαμορφώνει τα επαγγέλματα σύμφωνα με τις ανάγκες της. Το ίδιο συνέβη και στην Ευρυτανία. Με την τεχνολογική εξέλιξη και το πέρασμα του χρόνου, παραδοσιακά επαγγέλματα και ασχολίες εξαφανίστηκαν ή τείνουν να εξαφανιστούν. Δεν παύουν όμως να είναι σημαντικά στοιχεία της παράδοσης της Ευρυτανίας και τεκμήρια του τρόπου ζωής τις προηγούμενες δεκαετίες ή ακόμα και αιώνες.
Ενδεικτικά κάποια παραδοσιακά επαγγέλματα:
- Μυλωνάς. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα η Ευρυτανία αριθμούσε πάνω από 180 νερόμυλους και το επάγγελμα του μυλωνά γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση. Η μεγάλη εσωτερική μετακίνηση από τα χωριά στο κέντρο τη δεκαετία 1960-70 και η διάνοιξη ενός επαρκούς από αμαξιτές οδούς άρχισε να επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργεία των μύλων μέχρι το σημείο να έχουν απομείνει στο νομό ελάχιστοι στις μέρες μας.
- Τσαγκάρης. Τα τσαγκαράδικα ήταν ανοιχτά από το πρωί μέχρι το βράδυ. Στον πάγκο του βρίσκονταν βελόνες, σακοράφες, σουβλιά, σφυράκια, λίμες, τανάλιες καλαπόδια , που έμπαιναν μέσα στο παπούτσι. Υπήρχαν και μεγάλα τσαγκαράδικα όπου συναντούσες πολλούς τσαγκάρηδες μαζί με καλφάδες και τσιράκια.
- Βυρσοδέψης. Επάγγελμα άμεσα συνδεδεμένο με την κτηνοτροφία ή οποία αποτελούσε μία από τις κύριες ενασχολήσεις στον ορεινό νομό της Ευρυτανίας. Ο βυρσοδέψης ήταν ειδικός στην επεξεργασία των δερμάτων (αγελάδας, αιγοπροβάτων, γουρουνιών). Τα δέρματα των χοίρων και των αγελάδων τα προόριζε για τσαρούχια, σόλες, πάτους παπουτσιών και τα δέρματα των αιγοπροβάτων για γιλέκα, φόδρες και σαμάρια.
- Μπακάλης. Συνήθως το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό. Στις μέρες έχουν κυριαρχήσει τα σούπερ μάρκετ.
- Τενεκτζής. Πολύτιμος κατασκευαστής οικιακών σκευών και άλλων αντικειμένων από «τενεκέ»(λευκοσίδηρος), από «τσίγκο»(ψευδάργυρος) και από πάφιλα (ορείχαλκος)
- Πεταλωτής ή Αλμπάνης. Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές, αφού κα΄θε σπίτι είχε ένα ζώο για τις δουλειές του. Τα εργαλεία του πεταλωτή ήταν τα πέταλα, το σφυρί, το σαράτσι, η τανάλια και τα καρφιά.
- Ράπτης. Στον μεσοπόλεμο συνυπήρχαν τριών κατηγοριών ράφτες. Ο καποράφτης, που έραβε τράγια καπόσκουπα (κάπες, κατσούλες κλπ), ο βλαχοράφτης που έραβε τις φουστανελοφορεσιές και ο φραγκοράπτης, που έραβε τα ευρωπαϊκά κοστούμια. Με τη διάδοση της ραπτομηχανής και των βιομηχανικών υφασμάτων εμφανίστηκε η τέχνη της μοδίστρας.
- Γανωτής ή καλαντζής. Το επάγγελμα αυτό είναι από τα πιο παλιά που υπάρχουν. Οι γανωτήδες ήταν κατά κύριο λόγο πλανόδιοι κι επισκέπτονταν τις γειτονιές κάθε χρόνο. Η διαδικασία του γανώματος, εργασία χρονοβόρα και κοπιαστική, ήταν η επικάλυψη των χάλκινων οικιακών σκευών με κασσίτερο (καλάι) για την αποφυγή αλλοιώσεων του χαλκού. Τα παλιότερα χρόνια, όπου δεν ήταν σε χρήση το ανοξείδωτο μέταλλο, η παρουσία των «καλαντζήδων» ήταν απαραίτητη για κάθε νοικοκυριό.
- Σιδηρουργός - Σιδεράς ή χαλκιάς. Οι σιδεράδες έφτιαχναν με τα χέρια τους ότι υπήρχε από μέταλλο, κυρίως σίδερο. Διέθεταν ένα μεγάλο φούρνο όπου φυσούσαν με μια «φυσούνα» ώστε να κρατάνε τη φωτιά αναμμένη και σε ψηλή θερμοκρασία. Σε αυτή τη φωτιά ζέσταιναν τα σίδερα για να τα κάνουν πιο εύπλαστα και στη συνέχεια τα έπιαναν με μια μεγάλη τανάλια και τα έβαζαν πάνω στο αμόνι. Το αμόνι ήταν μια μεγάλη σιδερένια βάση πάνω στην οποία έβαζαν τα σίδερα που θα επεξεργάζονταν. Εκεί χτυπούσαν το κοκκινισμένο από τη φωτιά σίδερο με ένα μεγάλο σφυρί και του έδιναν τη μορφή που ήθελαν.
- Πραματευτής. Τον πρώτο καιρό κυκλοφορούσε με τα πόδια και ορισμένες φορές με το γαϊδούρι του και πουλούσε την «πραμάτεια» του στο γυναικείο πληθυσμό που ήταν κατά κύριο λόγο η πελατεία του. Στο ξύλινο ταμπλά που κουβαλούσε υπήρχε ότι μπορούσε κανείς να φανταστεί, από υφάσματα με τον πήχη μέχρι κουβαρίστρες, χτένες, εσώρουχα κλπ.
- Αγωγιάτης (Κιρατζής). Ήταν ιδιοκτήτης μικρών δίτροχων ή μεγάλων τετράτροχων αμαξών οι οποίες κινούνταν με τη βοήθεια αλόγων , μουλαριών ή γαϊδουριών. Υπήρχαν όμως και αγωγιάτες που διέθεταν άλογα και μουλάρια χωρίς άμαξα. Πραγματοποιούσαν μεταφορές επί πληρωμή και εξυπηρετούσαν όσους ήθελαν να μεταφέρουν εμπορεύματα ή να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές. Ήταν ένα δύσκολο και πολύ κουραστικό επάγγελμα καθώς έπρεπε να κινηθούν σε δύσβατες περιοχές (ακόμα και χωρίς δρόμο) αντιμετωπίζοντας κινδύνους όπως ατυχήματα, κλοπές, καιρικές συνθήκες.
- Σαγματοποιός (Σαμαράς). Ήταν ο κατασκευαστής των σαμαριών. Χρειαζόταν μεγάλη προετοιμασία για την κατασκευή ενός σαμαριού. Τα υλικά που θα χρησιμοποιούσε ο σαγματοποιός, έπρεπε να τα ετοιμάσει ο ίδιος, γιατί στο εμπόριο μπορούσε να προμηθευτεί μόνο το σαμαροσκούτι και το βούτημα.
Πηγές: Γιαννίτσαρης, Γ., (2015). Οι Νερόμυλοι της Ευρυτανίας. Αθηνα 2015. Σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών Ε.Μ.Π, Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων
Λουκόπουλος, δ., (1983). Γεωργικά Ρούμελης, Αθήνα 1983
Νταλλής, Π., (2007). Η Βούλπη και η Παλαιοκατούνα της Ευρυτανίας. Ιστορικά και Λαογραφικά στοιχεία. Αθήνα:Ελληνικά Γράμματα
Παπασπήλιος, Κ., (2020). Οι Γυρολόγοι. Εκδόσεις 24 ΓΡΑΜΜΑΤΑ: Αθήνα.
Χουλιάρας , Α., (2005). Το νοικοκυριό του Ευρυτάνα. Αθήνα 2005
Διαδίκτυο: https://www.domnista.gr/domnista/istoria/palia-epangelmata/