Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1788 και ήταν γιος του ξακουστού αρματολού της Ρούμελης Αντρέα Βερούση και της Ακριβής Τσαρλαμπά, κόρης προεστού της Πρέβεζας. Στη Λευκάδα είχε καταφύγει η μητέρα του για να γλιτώσει από την καταδίωξη των Τούρκων, επειδή ο πατέρας του είχε ακολουθήσει Λάμπρο Κατσώνη. Εκεί βαφτίστηκε το 1792 από τη γυναίκα του Κατσώνη, που για τον ίδιο λόγο είχε ζητήσει κι αυτή άσυλο στο νησί. Προς τιμή του ομηρικού ήρωα, του δόθηκε το όνομα Οδυσσέας. Ο πατέρας του Οδυσσέα, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του Λάμπρου Κατσώνη, συνελήφθη από τους Βενετούς, παραδόθηκε στους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε το 1798 στην Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα ο Οδυσσέας να μείνει ορφανός σε μικρή ηλικία.
Από τους αγωνιστές της επανάστασης ήταν ο πιο ευνοημένος από τη φύση και την καταγωγή, έτσι ώστε αναγνωρίστηκε από όλους ως ο φυσικός αρχηγός της Ανατολικής Ελλάδας. Είχε εντυπωσιακό παρουσιαστικό και ήταν ξακουστός περισσότερο για την ταχυποδία του.
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος φοίτησε στη στρατιωτική σχολή του Αλή Πασά και είχε έναν ταραχώδη βίο, όμως σχεδόν πάντα ο Αλή Πασάς του συγχωρούσε κάθε παράπτωμα. Δεκαπενταετής κατατάχτηκε από τον Αλή Πασά στην προσωπική σωματοφυλακή του και σύντομα κατάφερε να γίνει αρχηγός της προσωπικής φρουράς του.
Ο Αλής, εκτιμώντας τις ικανότητές του, του ανέθεσε το αρματολίκι της Λιβαδειάς, μια σχετικά πολυπληθή και πλούσια σε φορολογικά έσοδα επαρχία. Πριν φύγει, ο Οδυσσέας αρραβωνιάστηκε την Ελένη, κόρη του Χρήστου Καρέλη. Στα 1816 ο Ανδρούτσος έφτασε στη Λιβαδειά, καταδίωξε και διέλυσε τις κλέφτικες ομάδες και ανάγκασε τους πιο πολλούς, όπως τον Πανουργιά, τον σημαντικότερο κλέφτη, να μείνουν κοντά του, πείθοντας τον Αλή πασά ότι ίσως μπορεί να αποβεί ωφέλιμος. Με το σκόρπισμα των κλεφτών κυριαρχούσε απόλυτη ασφάλεια στην περιοχή του. Τον Διάκο τον πήρε μαζί του ως πρωτοπαλίκαρό του και συνδέθηκαν με αδελφική φιλία. Το 1818
μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1819 διορίστηκε δερβέναγας στην ανατολική Στερεά. Πήρε μέρος στις μάχες του Βερατίου, Αργυροκάστρου και Γαρδικίου, και ο Αλή Πασάς του έδωσε την οπλαρχηγία της Λειβαδιάς. Το 1820 όταν και επήλθε η ρήξη του Αλή Πασά με την Πύλη, εγκατέλειψε την Λιβαδειά, αφού πρώτα μύησε τον Αθανάσιο Διάκο στην Φιλική εταιρεία και του εμπιστεύθηκε την οπλαρχηγία του.
Στις αρχές Ιανουαρίου του 1821 πήγε στη Λευκάδα, όπου την τελευταία Κυριακή της αποκριάς, συνάντησε στο σπίτι του Ζαμπέλιου τους Καραϊσκάκη, Βαρνακιώτη, Πανουργιά, Τσόγκα, Μακρή, Κοντογιάννη, Στουρνάρα, Ηλία Μαυρομιχάλη και Τομπάζη, συζήτησαν για την επανάσταση και καθορίστηκε που θα πάει ο καθένας. Ο Οδυσσέας θα αναλάβει τον ξεσηκωμό της Ανατολικής Στερεάς, με κύριο καθήκον να εμποδίσει την κάθοδο των Τούρκων στο Μωριά.
Κατευθύνεται στο Βάλτο όπου και θα ανταμωθεί με τους Τσιόγκα, Βαρνακιώτη, Ίσκο, τους οποίους και προτρέπει να ξεκινήσουν αμέσως την εξέγερση. Αυτοί συνιστούν κάποια μικρή υπομονή καθώς θεωρούν ότι δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή και πως προέχει μία καλύτερη οργάνωση, μιας και οι Τούρκοι υποψιασμένοι έχουν πιάσει την περιοχή και ενδέχεται ο άμαχος πληθυσμός να κινδυνεύσει με σκληρά αντίποινα. Ο Ανδρούτσος διαφωνεί μαζί τους και χολωμένος συγκεντρώνει λίγους ένοπλους και ξεκινά για το γνώριμο μοναστήρι της Τατάρνας. Στις 21 Μαρτίου 1821 καταλύει εκεί. Από την Τατάρνα ο Οδυσσέας θα γράψει και θα στείλει στο Γαλαξίδι μια επαναστατική διακήρυξη. Στις 22 Μαρτίου πολεμάει με τους Τούρκους, ακολουθεί γιουρούσι με γυμνά σπαθιά! Οι Τούρκοι μακελεύονται, με 25 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Ο ίδιος ο αρχηγός τους ο Χασάνμπεη Γκέκα πέφτει κι αυτός νεκρός! Από τους επαναστάτες δεν υπάρχουν απώλειες!
Στις 8 Μαΐου του 1821 κλείνεται με άλλους 117 πολεμιστές στο Χάνι της Γραβιάς και χαρίζει στον Αγώνα μία από τις πιο δοξασμένες μάχες, που τον επέβαλε ως τον στρατιωτικό αρχηγό της Ρούμελης. Η νίκη του Ανδρούτσου στη Γραβιά έσωσε την επανάσταση από βέβαιο κίνδυνο, καθώς ο Ομέρ Βρυώνης με 8.000 άνδρες βάδιζε ακάθεκτος προς την εξεγερμένη Πελοπόννησο.
Το 1822, η γερουσία του Αρείου Πάγου του αναθέτει τη διοίκηση της Αθήνας και εισέρχεται θριαμβευτής στην Ακρόπολη, συνοδευόμενος από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, τον Ιωάννη Γκούρα, τον Ιωάννη Μαμούρη, τον Κατσικογιάννη και 300 ένοπλους επαναστάτες. Την άνοιξη του 1822 κατηγορήθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη για συνεργασία με τον εχθρό με αποτέλεσμα να παραιτηθεί. Αφορμή και δικαιολογία για την εκδίωξη του Ανδρούτσου αποτέλεσαν τα περίφημα «καπάκια».
Ο Ανδρούτσος συνέχισε, ωστόσο, να μάχεται τους Τούρκους μέχρι το 1824. Ανάμεσα στον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τους πολιτικούς υπήρξε μία κόντρα που κατέληξε σε απογοήτευση για τον οπλαρχηγό που αποσύρθηκε στη σπηλιά Μαύρη Τρύπα στα βόρεια του Παρνασσού. Η καχυποψία του ενισχύθηκε όταν έμαθε τη σύλληψη του Κολοκοτρώνη, ενώ η κυβέρνηση Κωλέττη για να αντιμετωπίσει τον Ανδρούτσο, διόρισε στις 20 Φεβρουαρίου 1825, το πρώην πρωτοπαλίκαρο του, τον Ιωάννη Γκούρα, αρχηγό της εκστρατείας στην Ανατολική Ελλάδα και του χορήγησε 140.000 γρόσια. Τελικά, στο μοναστήρι της Βελιβούς, μεταξύ 27 Μαρτίου και 7 Απριλίου, η θέση του Ανδρούτσου έγινε δύσκολη και τελικά παραδόθηκε στον Γκούρα που τον έστειλε με συνοδεία στην Αθήνα, όπου φυλακίστηκε στον Πύργο στην είσοδο των Προπυλαίων της Ακρόπολης. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης μόλις έμαθε τα σχετικά με τη φυλάκιση του Ανδρούτσου εξοργίστηκε και ξεκίνησε για το στρατόπεδο της Στερεάς για να τον απελευθερώσει. Ο Γκούρας όμως οχυρώθηκε εκεί και ο Καραϊσκάκης δεν μπόρεσε να φέρει εις πέρας την επιχείρηση. Ενώ αναμενόταν η προγραμματισμένη δίκη του Ανδρούτσου, στις 5 Ιουνίου 1825, τα μεσάνυχτα, οι Μαμούρης και Γκούρας αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν. Ως εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας, αναφέρονται ο Μαμούρης, παπά Κώστας Τζαμάλας, Μήτρος Τριανταφυλλίνας και ο στρατιώτης Θεοχάρης.
Ο Οδυσσέας ήταν νηστικός, βρώμικος, κουρελής και αλυσοδεμένος. Όμως και πάλι τους προκάλεσε: «Αφήστε μου το ένα χέρι ελεύθερο και ελάτε». Τον αποτελείωσαν με βασανιστήρια. Χρειάστηκε να τον στραγγαλίσουν. Αφού σκότωσαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο μέσα στο κελί του, πέταξαν το σώμα του κάτω από τον Πύργο, στον Ναό της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν ότι τάχα είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει αλλά το σκοινί που χρησιμοποίησε κόπηκε. 40 χρόνια μετά, το 1863, ένας
αυτόπτης μάρτυρας, ο Κώστας Καλαντζής, θα διηγηθεί τι πραγματικά έγινε στον δικηγόρο Σπυρίδωνα Φόρτη, που θα το καταγράψει.